Ὁ Ὅσιος Ἀντίπας γεννήθηκε τό 1816 στό Καλαποδέστι Ρουμανίας, στήν περιοχή τοῦ Μπουζάου ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί φιλόθεους, τόν διάκονο Κονσταντίν Λουτσιάν καί τήν Αἰκατερίνη Μανάσε, πού ἀργότερα ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Ἐλισάβετ. Τό κοσμικό ὄνομα τοῦ Ὁσίου ἦταν Ἀλέξανδρος.
Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀγαποῦσε τό μοναχικό βίο, γι’ αὐτό ἔγινε μοναχός. Ἀσκήτεψε γιά πολλά χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος, στή Μονή Τιμίου Προδρόμου τῆς Μολδαβίας τῆς Ρουμανίας καί κατέληξε στό νησί Λάντογκα, κοντά στή Φιλανδία, ὅπου μόνασε στή Μονή Βάλαμο. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἀντίπας μετέφερε τό ἡσυχαστικό πνεῦμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 1882.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.