Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος γεννήθηκε στούς Ἐπιβάτες τῆς Θράκης στίς ἀρχές τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀδελφή του κατά σάρκα ἦταν ἡ Ὁσία Παρασκευή ἡ Ἐπιβατηνή († 14 Ὀκτωβρίου). Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του Νικήτας, ἡ μητέρα του τόν ὁδήγησε σέ μονή τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου παρέμεινε ἐπί τριάντα χρόνια καί διέπρεψε στούς πνευματικούς ἀγῶνες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία. Γιά τό λόγο αὐτό ἔφυγε ἀπό τή μονή καί ἀσκήτεψε σέ ἐρημική περιοχή ὡς ἐρημίτης.
Ὁ θεοφιλής βίος του τόν ἀνέδειξε οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Χειροτονήθηκε διάκονος ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπο Περίνθου, ἀκολούθως δέ Πρεσβύτερος ἀπό ἄλλον Ἐπίσκοπο. Τέλος ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Μαδύτου τοῦ Ἑλλησπόντου, διακρινόμενος γιά τήν ἀκάματη ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καί τήν ἐξαίρετη ποιμαντορική του ἱκανότητα. Ὁ Θεός τοῦ χάρισε τό δῶρο τῆς θαυματουργίας καί κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του ἐπιτελοῦσε πλῆθος θαυμάτων καί θεράπευε λεπρούς καί κωφάλαλους.
Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἀνδρός ἔφθασε μέχρι τό παλάτι καί τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο Β’ (976 – 1025), ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Εὐθύμιο στή Μάδυτο. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος προφήτευσε τή νίκη τοῦ βασιλέως ἐναντίον τοῦ Βάρδα Φωκᾶ τό 989 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη μεταξύ τῶν ἐτῶν 989 – 996 μ.Χ. Κατά τήν ὁσιακή κοίμησή του ὁ τάφος του ἀνέβλυσε μύρο, ὡς ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου του, καί πολλοί ἀσθενεῖς θεραπεύθηκαν. Γι’ αὐτό καί ἐπονομάσθηκε Μυροβλύτης.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Μαδύτου σε πρόεδρον, καί Ἱεράρχην κλεινόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητήν, Εὐθύμιε Ὅσιε· ὅθεν ἱερατεύσας, θεοφρόνως Κυρίῳ, ὤφθης τῆς εὐσεβείας, πρακτικός ὑποφήτης· καί νῦν Πάτερ ἱκέτευε, ὑπέρ τῶν τιμώντων σε.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς Ἱεράρχην τοῦ Σωτῆρος ἐνθεώτατον
Καί τῆς Μαδύτου ποιμενάρχην καί διδάσκαλον
Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ παῖδές σου θεοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς χάριτος τῆς θείας ἐνδιαίτημα
Μή ἐλλείπῃς πάσης βλάβης ἐκλυτρούμενος
Τούς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Μαδύτου ἀστήρ λαμπρός, θεῖος ποιμενάρχης, καί θερμότατος ἀρωγός· χαίροις Ἐκκλησίας, ἀγλάϊσμα καί κλέος, Εὐθύμιε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.