Ἔζησε στά μέσα τοῦ 10ου αἰώνα μ.Χ. καί καταγόταν ἀπό τή Μ. Ἀσία. Οἱ γονεῖς του, Χριστόφορος καί Καλή, τόν ἀνέθρεψαν σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὑπηρέτησε σάν στρατιώτης καί ὄχι μόνο διατήρησε τήν ἁγνότητά του, ἀλλά καί ἐπηρέαζε πρός τό καλό νεαρούς συστρατιῶτες του, πού εἶχαν ροπή στή διαφθορά.
Ἀργότερα ὁ Λουκᾶς ἔγινε ἱερέας καί ἀφιερώθηκε στόν φωτισμό τῶν ψυχῶν τῆς ἐνορίας του. Κατόπιν ἀνέβηκε ἀσκούμενος στόν Ὄλυμπο, ἀπό ἐκεῖ στήν Κωνσταντινούπολη καί ἔπειτα στήν Χαλκηδόνα, ὅπου ἔστησε τήν καλύβα του πάνω σ’ ἕναν στύλο.
Ἀπό τό νέο του ἀσκητικό ὁρμητήριο, πήγαινε σέ διάφορα μέρη καί κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἔκανε πολλά θαύματα. Πάνω στόν στύλο αὐτό ὁ Λουκᾶς, πέρασε 45 ὁλόκληρα χρόνια καί ἀπεβίωσε μέσα σε θαυμαστή πνευματική λαμπρότητα.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.