Ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὁ Ἱεραπόστολος τῶν Ἀλταΐων, γεννήθηκε τό 1792. Σπούδασε στήν ἐκκλησιαστική ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως καί διακρίθηκε γιά τήν μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στή Ρωσική γλώσσα. Ἐκεῖ συνδέθηκε μέ τόν Μητροπολίτη Φιλάρετο καί χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος. Τό 1821 ἔλαβε τό ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτου. Δίδαξε στίς σχολές τοῦ Αἰκατερινοσλάβ καί τῆς Κοστρόμα καί τό 1829 ἔφυγε, γιά νά ἐργασθεῖ ἱεραποστολικά στή Σιβηρία. Ἵδρυσε στήν Ἐπισκοπή τοῦ Τόμσκ τό ἱεραποστολικό πνευματικό σεμινάριο καί ἐπεξέτεινε τήν ἱεραποστολική του δράση μέχρι τήν περιοχή τῶν Ἀλταΐων. Τό 1843 ἀποσύρθηκε στή μονή Μπολκχώβ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ὀρέλ, ὅπου κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.