Ὁ Ὅσιος Νήφων ἐγεννήθηκε, τό 1315, στό χωριό Λούκοβο τῆς Χειμάρρας, γι’ αὐτό καί ὀνομάζεται καί Χειμαρριώτης. Ὁ πατέρας του ἦταν ἱερέας εὐλαβέστατος. Ἀπό μικρός μελετοῦσε τήν Ἁγία Γραφή καί τούς βίους τῶν Ἁγίων καί ἔγινε πολυμαθέστατος. Ἐπειδή διψοῦσε νά μάθει περισσότερο τά τῆς μοναχικῆς πολιτείας, κατέφυγε στή μονή Γηρομερίου, ὅπου ἔγινε ὑποτακτικός σέ ἕνα γέροντα Σιναΐτη ἀσκητή. Ἐκεῖ ἐδιδάχθηκε τούς κανόνες τοῦ ἡσυχασμοῦ καί τήν τέχνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Σέ νεαρή ἡλικία εἰσῆλθε στή μονή τοῦ Μεσοποτάμου τοῦ Δελβίνου, ὅπου ἐκάρη μοναχός καί ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν.
Ὁ Ὅσιος Νήφων, μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντός του, ἦλθε γιά μεγαλύτερους ἀσκητικούς ἀγῶνες στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐγκαταστάθηκε στό σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου († 12 Ἰουνίου), κοντά στά μέρη τῆς ἱερᾶς μονῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἐκεῖ ἔγινε ὑποτακτικός τοῦ θαυμαστοῦ ἀσκητοῦ Θεογνώστου. Μετά τριετία ἀναχωρεῖ καί ἔρχεται στό Κάθισμα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπου ἔζησε 14 χρόνια μέ ἄσκηση καί προσευχή. Ἔζησε ἄλλη μιά τριετία ὡς ἐφημέριος στά Καθίσματα τῆς Μεγίστης Λαύρας καί ἀρκετά χρόνια στά Βουλευτήρια. Ἐπειδή ὅμως ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία, κατέφυγε ὡς ὑποτακτικός στόν Ὅσιο Μάξιμο τόν Καυσοκαλυβίτη († 13 Ἰανουαρίου), ὅπου μέ αὐστηρή ἄσκηση διήνυσε τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του μέ μετάνοια.
Ὁ Ὅσιος Νήφων ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 1411.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἠπείρου τόν γόνον καί τοῦ Ἄθωνος ὄρπηκα, καί τῶν ἱερέων τήν δόξαν, τόν θεόληπτον Νήφωνα, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς· ἀσκήσει γάρ ὁσίων ἀρετῶν, οὐρανίων χαρισμάτων ἀξιωθείς, λαμπρύνει τούς κραυγάζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διά σοῦ, πάντων τά αἰτήματα.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ Ἄθῳ ἔλαμψας ὡς ἑωσφόρος, Μοναστῶν τόν σύλλογον, ταῖς σαῖς λαμπρύνων ἀρεταῖς, Ὅσιε Νήφων Πατήρ ἡμῶν· διό στεφάνῳ τῆς δόξης κεκόσμησαι.
Μεγαλυνάριον.
Νήψει ἀνενδότῳ ἀεί τρυφῶν, τῆς αΰλου δόξης, ἐχρημάτισας θεωρός· ἧς νῦν ἀπολαύων, ὦ Νήφων θεοφόρε, προλήψεων ματαίων, ῥῦσαί με δέομαι.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.