Γεννήθηκε στήν Ἤπειρο ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς τό 18ο αἰῶνα. Ἀπό μικρός διακρινόταν γιά τήν σεμνή ζωή του καί τόν σεβασμό του στά θεία.
Ὅταν ᾖλθε σέ ἡλικία γάμου, οἱ γονεῖς του τόν πάντρεψαν παρά τή θέλησή του μέ μιά σεμνή γυναῖκα. Ἀλλά τή νύχτα τοῦ γάμου, ἔφυγε στό Ἅγιον Ὄρος.
Ἐκεῖ, στή σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης δοκιμάστηκε καί ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα χειροτονήθηκε Ἱερέας καί ἔφτασε σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας. Ἡ ζωή του ὑπῆρξε ἐνάρετη καί ἀγγελική. Ἡ πνευματική του τελειότητα ἦταν παράδειγμα ὄχι μόνο στούς ἀδελφούς της Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλά καί σ’ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος.
Ἔτσι ὀσιακά ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ὁσίων τόν βίον ἀκριβῶς μιμησάμενος, μέτοχος αὐτῶν ἀνεδείχθης, θεοφόρε Σωφρόνιε· ὁσίως γάρ βιώσας ἐπί γῆς, τῶν θείων δωρεῶν ἐν οὐρανοῖς, ἠξιώθης καί παρέχεις πᾶσιν ἡμῖν, τήν χάριν σου τοῖς κράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διά σοῦ, ἡμῶν τά αἰτήματα.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείᾳ Ὅσιε καί ἡσυχίᾳ, τήν ζωήν ἐτέλεσας, καί ἀενάῳ προσευχῇ· διό Ἁγίων ἰσότιμος, ὤφθης ἀξίως, παμμάκαρ Σωφρόνιε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός· χαίροις ἱερῶν, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· ἐν γάρ ἀμφοτέροις, θεοπρεπῶς ἐμπρέψας, ἀξίως ἐδοξάσθης, Πάτερ Σοφρώνιε.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.