Καταγόταν από τη Ζίχνη της Μακεδονίας (1460). Είχε ευσεβείς γονείς και η μόρφωση που έλαβε ήταν πολύ καλή. Ως ιερομόναχος «περιεπάτει εις διαφόρους τόπους διδάσκων και ωφελών τους Χριστιανούς διά του λόγου και του παραδείγματος της ζωής του». Έγινε φίλος και συγκάτοικος του επισκόπου Ρεντίνης Ακακίου, γνωστού για την ευλάβεια και αρετή του, και του πατριάρχη Νήφωνος, γνωστού για την αγιότητά του. Από τον Άγιο Νήφωνα στάλθηκε στην Αλεξάνδρεια, για να εξακριβώσει τα θαύματα που εκεί γίνονταν από τον πατριάρχη Ιωακείμ, ο οποίος μετακίνησε βουνό και ήπιε δηλητήριο χωρίς να βλαφτεί, αφού εξαναγκάσθηκε σε αυτό από Εβραίους και μουσουλμάνους. Ο θείος Θεόφιλος επιβεβαίωσε την αλήθεια των θαυμάτων, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και διορίσθηκε νοτάριος της Μεγάλης Εκκλησίας. Πριν είχε περάσει ως προσκυνητής από το Σινά, την Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα.
Στο Άγιον Όρος, όπου ήλθε (1510) καταφρονώντας τις τιμές του πατριαρχείου, ασκήθηκε στις μονές Βατοπαιδίου και Ιβήρων επί πολύ και, τέλος, «έχων πόθον πολύν δι’ ακριβεστέραν ησυχίαν» ησύχασε στο Παντοκρατορινό Κελλί της Καψάλας του Αγίου Βασιλείου, κοντά στις Καρυές και «εδόθη εις περισσοτέρους αγώνας της ασκήσεως… ώστε έγινε όλος μετάρσιος». Όταν του προτάθηκε ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Θεσσαλονίκης ο Άγιος αυτός άνθρωπος αρνήθηκε, «λάμπων δε πανταχόθεν διά του φωτός των αρετών και της ένθεου πολιτείας, έγινε περίφημος και ονομαστός».
Προγνώρισε το τέλος του και ζήτησε από τον υποτακτικό του Ισαάκ ο ταπεινόφρων: «Όταν αποθάνω, μη ομολογήσεις τούτο εις ουδένα, άλλ’ ουδέ τα έθιμα της ταφής εκτέλεσεις, μόνον δέσε σχοινίον εις τούς πόδας μου, και σύρε με και ρίψε με εις το δάσος εις μέρος κρυφίον, ίνα με φάγωσι τα θηρία· πλην λειτουργίας και μνημόσυνα ποίησον όσα δυνηθείς». Με δέος ο μαθητής έτσι και έκαμε. Ο προνοητής όμως Θεός φανέρωσε το τίμιο λείψανο και, όταν μεταφέρθηκε στο Κελλί του, «ήρχισε να αναβρύει μύρον ευωδέστατον, εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτού πολιτείας», γι’ αυτό και ονομάστηκε Μυροβλύτης.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Όσιος αναδείχθηκε καλλιγράφος άριστος και βιβλιογράφος εμπειρότατος. Τα περισσότερα έργα του είναι λειτουργικού περιεχομένου και βρίσκονται στη Μονή Ιβήρων, περίπου τριάντα. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης έγραψε το ωραίο συναξάρι και την ακολουθία του μυροβλύτη Θεοφίλου. Νεώτερη ακολουθία συνέθεσε ο μητροπολίτης Ζιχνών Νικόδημος Βαλληνδράς. Το δεξί χέρι του Αγίου σώζεται στη Μονή Παντοκράτορος. Από το βίο του Αγίου Νικόδημου παίρνουν στοιχεία και οι νεώτεροι συναξαριογράφοι.
(Οι άγιοι του Αγίου όρους, Εκδ. Μυγδονία 2008, σ. 391).
Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2010/07/08
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τοῦ Σωτῆρος γνησιώτατον φίλον, καί τῶν ἐν Ἄθῳ εὐωδέστατον κρίνον, καί νοητόν ἀλάβαστρον ὁσίων ἀρετῶν, ἱεροῖς ἐν ᾄσμασιν, εὐφημοῦμέν σε Πάτερ, εἰς ὀσμήν τῶν μύρων σου, εὐλαβῶς συνδραμόντες, δι’ ὧν εὐφραίνεις πάντοτε ἡμᾶς, τούς σέ τιμῶντας, Θεόφιλε Ὅσιε.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῖς ἀνθρώποις Κύριος, θέλων γνωρίσαι τρισμάκαρ, ὅτι ἦν ὁ βίος σου, πάνυ εὐάρεστος τούτῳ, ἔδειξε, τό λείψανόν σου πηγήν τῶν μύρων, ἅπαντας, εὐωδιάζον τούς προσιόντας· διά τοῦτό σε τιμῶμεν, οἱ σοί ἱκέται, Θεόφιλε Ὅσιε.
Μεγαλυνάριον.
Πλήρης μυριπνόου πέλων ὀσμῆς, Μυροβλύτα Πάτερ, ὦ Θεόφιλε ἱερέ, λύτρωσαί με πάσης, γηΐνης δυσωδίας, καί ἀκαθάρτων ῥῦσαι, παθῶν με δέομαι.


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.