Ὁ Ὅσιος καί μέγας αὐτός ἀσκητής, ἀποσύρθηκε ἀπό τόν κόσμο καί κατέφυγε ἕξι μίλια ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, ὅπου βρίσκεται ἡ Λαύρα Φάρα.
Ἐκεῖ κλείστηκε σέ ἕνα κελί καί ἐπιδόθηκε σέ αὐστηρότατους ἀσκητικούς ἀγῶνες. Στά χρόνια αὐτά, ἐγκαταστάθηκε σέ ἕνα γειτονικό κελί τῆς Λαύρας αὐτῆς καί ὁ μέγας Εὐθύμιος.
Ὁ κοινός πόθος τῆς ἄσκησης συνέδεσε στενά τούς δυό διασήμους ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι μετά τήν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων πήγαιναν μακρύτερα μέσα στήν ἔρημο, γιά αὐστηρότερη ἄσκηση. Ἐπέστρεφαν στήν Λαύρα, τήν Κυριακή τῶν Βαΐων.
Μετά τό πέμπτο ἔτος, ἀποσύρθηκαν ὁριστικά στήν ἔρημο μέσα σέ μιά σπηλιά. Ἡ φήμη ὅμως τῆς ἀρετῆς τους, ἔφερε κοντά τους πολλούς μαθητές καί ἔτσι δημιουργήθηκε κοινόβιο, πού μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, προϊστάμενος ἦταν ὁ Θεόκτιστος.
Μέ τήν μεγάλη ὑπόληψη καί ἀγάπη τῶν συνανθρώπων του, ὁ Ὅσιος Θεόκτιστος πέθανε σέ βαθιά γεράματα τό 451 μ.Χ.. Στήν κηδεία του πρωτοστάτησαν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἀναστάσιος καί ὁ μέγας Εὐθύμιος, πού τότε ἦταν 90 ἐτῶν.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Θεῷ ἐκ νεότητος, ἀνατεθείς ἱερῶς, κτιστῶν τήν προσπάθειαν, ἀπεβδελύξω στερρῶς, Θεόκτιστε Ὅσιε· ὅθεν τῆς ἡσυχίας, διαλάμψας τοῖς τρόποις, ὤφθης τῶν Μοναζόντων, ἀκριβής παιδοτρίβης. Καί νῦν τούς προσιόντας σοι, Πάτερ κυβέρνησον.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Ὡς Θεοῦ κτίσιν Ὅσιε, τό τῆς ψυχῆς ἀξίωμα, διατηρήσας κηλίδων ἀκήρατον, Κυρίῳ καθιέρωσας· οὗ τῇ θείᾳ ἐλλάμψει, τῶν ἀγώνων παιδεύεις τά ἀκροθίνια, Θεόκτιστε θεόφρον, τήν κλῆσιν ἔργοις πιστούμενος.
Μεγαλυνάριον.
Κτίσας σου τόν οἶκον τόν τῆς ψυχῆς, ἐν θεμέθλῳ Πάτερ, τῆς ἀσκήσεως τῆς στερρᾶς, τῷ τῶν ὅλων Κτίστῃ, ναόν ἡγιασμένον, Θεόκτιστε τρισμάκαρ, σαυτόν ηὐτρέπισας.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.