Ὁ Ὅσιος Τίτος ὁ Θαυματουργός εἶχε ἔνθεο ζῆλο πρός τήν μοναχική πολιτεία ἀπό νεαρή ἡλικία. Ἔτσι προσῆλθε σέ κοινόβιο καί ἐπιδόθηκε στήν ἄσκηση, στήν ὁποία διέπρεψε μεταξύ τῶν συνασκητῶν του γιά τήν ἐγκράτεια, τήν καθαρότητα τοῦ βίου καί τίς ἀρετές του, πού τόν ἀνέδειξαν καί ἡγούμενο τῆς μονῆς. Ἀξιώθηκε δέ νά λάβει ἀπό τόν Θεό καί τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Τίτος καί διέλαμψε στήν ἐνάρετη πολιτεία, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Πηγή: http://www.parembasis.gr/index.htm
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀνατεθείς ἀπό παιδός τῷ Κυρίῳ, ἀγγελικῶς ἐπολιτεύσω ἐν κόσμῳ, καί τῶν θαυμάτων εἴληφας τήν χάριν ἐκ Θεοῦ· ὅθεν ἐχρημάτισας, Μοναζόντων ἀλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, καί σοφός οἰκονόμος· ἀλλά μή παύσῃ Πάτερ ἐκτενῶς, ὑπέρ τοῦ κόσμου, Θεόν ἱλεούμενος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείας ἄνθραξι, σαυτόν καθάρας, ἀρετῶν ἐξήστραψας, φωτοειδεῖς μαρμαρυγάς, καταφαιδρύνων τούς ψάλλοντας· χαίροις ὦ Τίτε, Πατέρων ἀγλάϊσμα.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων ὑπογραμμός, καί τῶν Μοναζόντων, προμηθέστατος ὁδηγός· χαίροις εὐσεβείας, ἑδραίωμα καί στῦλος, θαυματοφόρε Τίτε, Τριάδος τέμενος.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.