Ὁ Ὅσιος Βεδέας γεννήθηκε στή Νορθμπρία τῆς Ἀγγλίας τό 673 μ.Χ. Σέ ἡλικία ἑπτά ἐτῶν εἰσῆλθε στή μονή τοῦ Γιάρροου, ὅπου σπούδασε καί παρέμεινε καθ’ ὅλο τόν βίο του, χωρίς ποτέ νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τά ὅρια αὐτῆς. Ὅπως ἐξάγεται ἀπό τά συγγράμματά του καί ἀπό ἄλλες μαρτυρίες, ἀνάλωσε τόν βίο του καί ὅλη τήν ἐνεργητικότητά του στήν μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, στήν ἀκριβή τήρηση τῶν Κανόνων τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τή διδασκαλία καί τή συγγραφή. Οἱ θεολογικές του ἐργασίες, κυρίως ἑρμηνευτικές, ἦσαν ἐμβριθεῖς καί ἐξετιμῶντο πολύ, ἀλλά ὁ Ὅσιος Βεδέας κατέστη περίφημος κυρίως ὡς ἱστορικός. Τό ὑπό τόν τίτλο «Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀγγλίας καί τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ» ἔργο του, εἶναι ἡ σπουδαιότερη πηγή γιά τήν πρίν ἀπό αὐτόν ἱστορική περίοδο τῆς Βρετανίας καί τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς. Συνέθεσε, ἐπίσης, ὕμνους καί ἄλλα ποιήματα, ἐπιστολές, διάφορες ὁμιλίες καί συνέθεσε τό «Μικρόν Μαρτυρολόγιον» μέ ἱστορικές σημειώσεις.
Ὁ Ὅσιος Βεδέας ἦταν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε στήν ἀγγλική γλώσσα. Ἐκτός τῶν προσόντων του αὐτῶν ἦταν πρό πάντων ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εὐλαβής, ταπεινός, ἁγνός στήν ψυχή καί τό σῶμα.
Τήν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του, ὅταν πλέον εἶχε ἐντελῶς ἐξαντληθεῖ, ἕνας ἀπό τούς μαθητές του τοῦ ὑπενθύμισε ὅτι ἀπομένει τό τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ Ἰωάννου πρός ἑρμηνεία. «Γράφε, τέκνον μου», εἶπε ὁ Ὅσιος καί ἄρχισε νά ὑπαγορεύει. Ὅταν τό κεφάλαιο τελείωσε, ὁ ἑτοιμοθάνατος ἀδελφός ἀποχαιρέτησε ὅλους τούς μοναχούς, στούς ὁποίους διένειμε μικρά δῶρα ὡς εὐλογία, στράφηκε πρός τό ναό, ὁπου καθημερινά προσευχόταν ἐπί ἑξήντα συναπτά ἔτη, πρόφερε τούς λόγους «Δόξα τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» καί παρέδωσε τό πνεῦμα του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, τό ἔτος 735 μ.Χ.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.