Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ Ἐρημίτης ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ δεσπότου τῆς Ἠπείρου Μιχαήλ Β’ τοῦ Κομνηνοῦ (1237 – 1271) καί καταγόταν ἀπό τό χωριό Μονοδένδρι Ζαγορίου Ἰωαννίνων.
Σύμφωνα μέ τό Συναξάρι, ἐπειδή ζήλωσε τόν ἀσκητικό βίο, ἐγκατέλειψε τά ἐγκόσμια καί ἦλθε καί κατοίκησε σέ σπήλαιο, στό ὄρος Καλάνα τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, τό ὁποῖο βρίσκεται μεταξύ Αἰτωλοακαρνανίας καί Εὐρυτανίας.
Ὁ Κύριος, κατά τόν βιογράφο του, ἔδωσε θαυμαστό σημεῖο, κατά τήν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, γιά νά τόν δοξάσει: «Οὐράνιο φῶς καί ἀναμμένες λαμπάδες κατέβαιναν ἀπό τόν οὐρανό στό σημεῖο πού βρισκόταν τό τίμιο λείψανό του». Μόλις πληροφορήθηκε τό γεγονός ἡ βασίλισσα τῆς Ἄρτας, Ἁγία Θεοδώρα, συγκέντρωσε τήν σύγκλητο καί μετέβησαν στό μέρος πού βρισκόταν τό ἱερό λείψανο καί τό ἐνταφίασαν ἔξω ἀπό τό σπήλαιο μέ τιμές καί εὐλάβεια. Ἔδωσε δέ ἐντολή νά κτίσουν ναό πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.