Η ἱερή εἰκόνα, μία ἀπό τίς ἀποδιδόμενες κατά τήν παράδοση στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, ἀνήκει στόν εἰκονογραφικό τύπο τῆς Ὁδηγήτριας. Ἡ Παναγία κρατάει ὅμως τόν Χριστό στό δεξιό της χέρι. Εἶναι ἑπομένως μία Δεξιοκρατοῦσα, τῆς ὁποίας τό πρωτότυπο εὑρισκόταν στόν προσκυνηματικό ναό τῶν Ἀβραμιτῶν στήν Κωνσταντινούπολη, μέ τό ὄνομα Ἀχειροποίητη.
Ἡ πολύτιμη εἰκόνα φυλάσσεται στήν ἱερά μονή Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τά ἀντίγραφα αὐτῆς εἶναι ἀμέτρητα, κυρίως στή Σερβία, στά Βαλκάνια καί στή Ρωσία, ὅπου σημειώνουμε κυρίως ἐκείνη τήν ὁποία παρήγγειλε ὁ Πατριάρχης Νίκων, τό 1663, καί ἡ ὁποία ἐτοποθετήθηκε στή μονή τῆς Ἀναστάσεως, τή λεγόμενη «Νέα Ἱερουσαλήμ», κοντά στή Μόσχα.
Ἡ εἰκόνα εὑρέθηκε στή Δαμασκό τήν ἐποχή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (8ος αἰώνας μ.Χ.) καί στόν ὁποῖο ἔκανε τό θαῦμα νά τοῦ ἀποκαταστήσει τό κομμένο του χέρι. Ὁ Ἅγιος τή μετέφερε κατόπιν μαζί του στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, κοντά στά Ἱεροσόλυμα, ὄπου διῆλθε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου του. Γενόμενος μοναχός, ἔμαθε ἀπό τούς ἄλλους Πατέρες τῆς Λαύρας ὅτι ὁ Ὅσιος Σάββας († 5 Δεκεμβρίου), πρίν τήν κοίμησή του, ἔδωσε ἐντολή νά στερεώσουν καλά κοντά στόν τάφο του τήν «πατερίτσα», δηλαδή τή ράβδο του. Προεφήτευσε δέ, ὅτι κάποτε θά ἔλθει ὡς προσκυνητής στή Λαύρα ἕνας βασιλόπαιδας συνώνυμός του, Σάββας δηλαδή, καί ὅτι, ὅταν προσκυνήσει τόν τάφο του, θά πέσει κάτω ἡ ράβδος του. Στό βασιλόπουλο αὐτό παρήγγειλε ὁ Ὅσιος Σάββας νά δοθεῖ ὡς εὐλογία ἡ ράβδος του μαζί μέ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γαλακτοτροφούσης.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γνωρίζοντας τά ἀνωτέρω, κατέλιπε καί αὐτός μέ τή σειρά του, πρό τῆς κοιμήσεώς του, παραγγελία, νά λάβει ὁ βασιλόπαιδας αὐτός ὡς εὐλογία καί τήν ἱερή εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τριχερούσης.
Ὅταν ἐκοιμήθηκε, τό 749 μ.Χ., ἡ εἰκόνα παρέμεινε στή Λαύρα μέχρι τόν 13ο αἰώνα μ.Χ., ὁπότε ὁ ἡγούμενος, τό 1217, τήν ἐδώρισε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Σερβίας Σάββα († 14 Ἰανουαρίου), ὁ ὁποῖος τή μετέφερε στή μονή Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἡ εἰκόνα ἑορτάζει, ἐπίσης, στίς 12 καί 18 Ἰουλίου.
Κοινοποίηση
Δείτε Επίσης

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στήν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακός καί ἔφτασε ἕως καί τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καί ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καί οἱ δυό εὐσεβεῖς καί πιστοί ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπό θεῖο ζῆλο, δέν ἀκολούθησε τήν ἔγγαμο ζωή, ἀλλά τό μοναχικό βίο. Γι’ αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Στή συνέχεια μετέβη στήν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τόν Ἅγιο Συμεών τόν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τόν ἐμύησε στά τῆς μοναχικῆς πολιτείας καί τῆς ἀρετῆς καί τοῦ προεῖπε ὅτι θά γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντά στό θαυμαστό καί ἐνάρετο ἀσκητή, πού ὀνομαζόταν Λογγίνος, μέ τόν ὁποῖο μαζί μελετοῦσε, συζητοῦσε καί προσευχόταν καί τοῦ ὁποίου σπούδαζε τήν πνευματική διαύγεια καί τή μεγάλη ταπεινοφροσύνη.